ἔλυμος

ἔλῠμος, , ([etym.] ἐλύω)
A case, quiver, Hsch.
II a kind of Phrygian pipe, made of box-wood, with a horn tip and bend in the left pipe,

ἔλυμοι αὐλοί S.Fr.450

,644, Call.Com.18
; used by the Cyprians, Cratin.Jun.3.
III ἔλυμος, ἡ (masc. in pl., Procop.Pers.1.12), = μελίνη, millet, Hp.Mul.2.110, Ar.Fr.398, Plb.2.15.2, OGI55.16 (Telmessus, iii B.C.), Str.12.3.15, Dsc.2.98.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἔλυμος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔλυμος — case masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έλυμος — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Ένας από τους φυγάδες Τρώες, νόθος γιος του Αγχίση, γενάρχης του αρχαίου σικελικού λαού των Ελύμων και επώνυμος της σικελικής πόλης Έλυμα. Έφτασε στη Σικελία πριν από τον Αινεία, μαζί με τον Αιγέστη ή Άκεστο.… …   Dictionary of Greek

  • ἐλύμοις — ἔλυμος case masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐλύμου — Ἔλυμος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλύμου — ἔλυμος case masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλύμους — ἔλυμος case masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλύμων — ἔλυμος case masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐλύμῳ — Ἔλυμος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλύμῳ — ἔλυμος case masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔλυμοι — ἔλυμος case masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.